Επιλογή Σελίδας

ΩΟΘΗΚΕΣ

Ovary1Το ωοθυλάκιο αποτελεί την βασική λειτουργική μονάδα της ωοθήκης. Το πρωτογενές ωοθυλάκιο αποτελείται από ένα πλήρως ανεπτυγμένο ωάριο πέριξ του οποίου υπάρχει η διαφανής ζώνη, από μία ή δύο στοιβάδες κυβοειδών κοκκωδών κυττάρων και από μία βασική μεμβράνη γύρω από τα κοκκώδη κύτταρα που ονομάζεται μεμβράνη κοκκωδών κυττάρων. Η περαιτέρω ανάπτυξη του πρωτογενούς ωοθυλακίου οδηγεί στην ανάπτυξη του δευτερογενούς ωοθυλακίου. Στο ωοθυλάκιο αυτό τα κοκκώδη κύτταρα πολλαπλασιάζονται και διαφοροποιούνται σε δύο υποπληθυσμούς, στα κύτταρα της κοκκώδους στοιβάδας, που ευρίσκονται έσωθεν της βασικής μεμβράνης και στα κύτταρα της έσω και έξω θήκης του ωοθυλακίου. Στα κύτταρα της έσω θήκης, που εμφανίζουν επιθηλιοειδή διαφοροποίηση, εμφανίζονται υποδοχείς της LH, ενώ στα κύτταρα της κοκκώδους στοιβάδας εμφανίζονται υποδοχείς της FSH.

Περαιτέρω ανάπτυξη έχει ως αποτέλεσμα την δημιουργία στο κέντρο του ωοθυλακίου μιας κοιλότητας που ονομάζεται άντρο του ωοθυλακίου. Το άντρο περιέχει το ωοθυλακικό υγρό, το οποίο διαχωρίζει τα κύτταρα που περιβάλλουν το ωοκύτταρο από τα υπόλοιπα κοκκώδη κύτταρα σχηματίζοντας τον ωοφόρο δίσκο και τον ακτινωτό στέφανο.

Από τα αναπτυσσόμενα ωοθυλάκια, σε κάθε κύκλο, ξεχωρίζει ένα και αποτελεί το επικρατούν ωοθυλάκιο. Οι παράγοντες που καθορίζουν ποια ωοθυλάκια θα συνεχίσουν να αναπτύσσονται, ώστε να μπορέσουν να καταστούν κυρίαρχα, δεν είναι γνωστοί. Πιθανολογείται ότι στην διαδικασία αυτή εμπλέκονται ορισμένα γονίδια που υπάρχουν στα κοκκώδη κύτταρα ή στα ωοκύτταρα. Η πρώτη φάση της εξέλιξης των ωοθυλακίων αρχίζει από το δευτερογενές ωοθυλάκιο και ολοκληρώνεται με την εμφάνιση του άντρου του ωοθυλακίου. Η φάση αυτή, που παρατηρείται καθ’ όλη την αναπαραγωγική ζωή της γυναίκας, εξαρτάται από την ύπαρξη τονικών επεισοδίων των γοναδοτροπινών. Στο επόμενο στάδιο επιλέγεται μία υποομάδα ωοθυλακίων, τα οποία είναι περισσότερο ώριμα βιοχημικά και απαντούν καλύτερα στις γοναδοτροπίνες. Από την ομάδα αυτή ξεχωρίζει ένα ωοθυλάκιο που έχει την μεγαλύτερη δεσμευτική ικανότητα για την FSH με αποτέλεσμα να μπορεί να παράγει μεγαλύτερα ποσά οιστρογόνων. Το ωοθυλάκιο αυτό αποτελεί το επικρατούν ωοθυλάκιο, το οποίο στο τελευταίο στάδιο της ανάπτυξης του, που είναι η παραγωγική φάση του επομένου κύκλου, συνεχίζει να αναπτύσσεται και οδηγείται στην ωοθυλακιορρηξία.

Η παραγωγή ορμονών από την ωοθήκη εξαρτάται κυρίως από την επίδραση της FSH και της LH. Οι γοναδοτροπίνες επιδρούν σε ειδικούς υποδοχείς που ευρίσκονται στην κυτταρική μεμβράνη. Συγκεκριμένα, η LH επιδρά στα κύτταρα της έσω θήκης και προκαλεί την παραγωγή ανδρογόνων (τεστοστερόνης και ανδροστενδιόνης). Τα ανδρογόνα στην συνέχεια φέρονται στα κοκκώδη κύτταρα, στα οποία υπάρχουν ειδικοί υποδοχείς της FSH. Η δράση της FSH στα κύτταρα αυτά προάγει την παραγωγή και την ενεργοποίηση του ενζύμου αρωματάση, το οποίο με την σειρά του προκαλεί την αρωματοποίηση των ανδρογόνων σε οιστρογόνα και κυρίως σε οιστραδιόλη.

Ο ΑΝΑΠΑΡΑΓΩΓΙΚΟΣ ΑΞΟΝΑΣΤα παραγόμενα στο ωοθυλάκιο οιστρογόνα ασκώντας την μιτωτική τους δράση στα κοκκώδη κύτταρα προκαλούν τον πολλαπλασιασμό τους. Έτσι, αυξάνονται οι υποδοχείς της FSH, όχι όμως μόνο λόγω της αύξησης των κοκκωδών κυττάρων, αλλά και διότι η ίδια η FSH, σε συνεργασία με τα οιστρογόνα, προκαλεί τον πολλαπλασιασμό των υποδοχέων της FSH στην επιφάνεια των κοκκωδών κυττάρων. Αυτό έχει ως συνέπεια την εντονότερη αρωματοποίηση των παραγομένων από τα κύτταρα της θήκης ανδρογόνων και επομένως την παραγωγή όλο και μεγαλυτέρων ποσοτήτων οιστρογόνων, που με την σειρά τους προκαλούν περισσότερες διαιρέσεις των κοκκωδών κυττάρων. Αυτή η συνεργασία των κυττάρων της θήκης και των κοκκωδών κυττάρων στην παραγωγή των οιστρογόνων είναι γνωστή ως θεωρία των δύο κυττάρων. Τέλος, τα οιστρογόνα, σε συνδυασμό με την FSH, προκαλούν την εμφάνιση στα κοκκώδη κύτταρα υποδοχέων LH, ώστε να μπορέσουν αυτά να απαντήσουν στην προωοθυλακιορρηκτική αύξηση της LH.

Εκτός από την τοπική τους δράση στην ωοθήκη, τα οιστρογόνα έχουν και κεντρική δράση στην υπόφυση. Συγκεκριμένα, τα οιστρογόνα σε συνεργασία με την ινχιμπίνη, μία μη στεροειδή ουσία που παράγεται από τα κοκκώδη κύτταρα των ωοθυλακίων, ασκούν αρνητική παλίνδρομη δράση στην έκκριση της FSH από την υπόφυση, προκαλώντας έτσι την ελάττωση της. Έτσι, το ωοθυλάκιο, που στην αρχή του κύκλου είναι περισσότερο ώριμο βιοχημικά και παράγει μεγαλύτερα ποσά οιστρογόνων, αφ’ ενός μεν αυξάνει την δεσμευτική του ικανότητα για την FSH, ώστε να μπορέσει να αναπτυχθεί και να καταστεί το επικρατούν ωοθυλάκιο, αφ’ ετέρου δε μέσω της αρνητικής παλίνδρομης ρύθμισης στην υπόφυση προκαλεί την ελάττωση της παραγόμενης FSH.

Με την ελάττωση της FSH σταματά η υποστήριξη της στα λιγότερα ανεπτυγμένα ωοθυλάκια, διακόπτεται η παραγωγή οιστρογόνων σε αυτά και παύει τόσο ο πολλαπλασιασμός των κοκκωδών κυττάρων όσο και η λειτουργία τους. Το αποτέλεσμα όλων αυτών είναι να οδηγούνται τα ωοθυλάκια αυτά σε ατρησία και εκφύλιση.

Όταν τα επίπεδα των οιστρογόνων φθάσουν στην μέγιστη τιμή τους και παραμείνουν σε αυτά για 14-24 ώρες, η δράση που ασκούν στον υποθάλαμο και στην υπόφυση από αρνητική γίνεται θετική, με συνέπεια την μαζική έκκριση της LH. Το αποτέλεσμα αυτής είναι η τελική ωρίμανση του ωαρίου και η πρόκληση ωοθυλακιορρηξίας.