Επιλογή Σελίδας

Η ΠΑΧΥΣΑΡΚΙΑ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΕΠΙΛΟΓΗ

Η παχυσαρκία δεν είναι επιλογή, είναι ένα σύνθετο ιατρικό πρόβλημα που προκαλείται από πολλές αιτίες και δεν είναι νόσος υπερβολικής κατανάλωσης θερμίδων. Οι άνθρωποι γίνονται υπέρβαροι ή παχύσαρκοι ως αποτέλεσμα ενός πολύπλοκου συνδυασμού γενετικών, βιολογικών και ψυχολογικών παραγόντων, μαζί με περιβαλλοντικές και κοινωνικές επιρροές. Η παχυσαρκία δεν εξαρτάται απλά από έλλειψη θέλησης του ατόμου.

Η παχυσαρκία είναι μια κατάσταση στην οποία ένα άτομο αναπτύσσει υπερβολικό σωματικό λίπος, δηλαδή υπερβολική αύξηση του λιπώδη ιστού στο σώμα. Η μεγάλη αύξηση του λίπους μπορεί να έχει πολύ σοβαρές επιπτώσεις στην υγεία, όπως σακχαρώδη διαβήτη, υψηλή αρτηριακή πίεση, καρδιαγγειακή νόσο, οστεοαρθρίτιδα, άπνοια και να αυξήσει σημαντικά τις πιθανότητες για εγκεφαλικό και συγκεκριμένους τύπους καρκίνου.

Η παχυσαρκία αναφέρεται συχνά σαν νόσος υπερβολικής κατανάλωσης θερμίδων. Η εμμονή με τις θερμίδες είναι άλλη μία από τις πολλές παρανοήσεις που μας έχουν καλλιεργήσει διάφοροι, υποτίθεται ειδικοί, από τότε που ήμασταν παιδιά. Άρα, αν ελαττώσουμε τις θερμίδες που τρώμε, θα χάσουμε βάρος και θα θεραπεύσουμε τη παχυσαρκία. Αν δεν τα καταφέρουμε, τότε μόνο εμείς είμαστε υπεύθυνοι και πρέπει να αισθανόμαστε ντροπή και ενοχή. Η πραγματικότητα είναι ότι αν περιορίσουμε το φαγητό, ή αν ακόμη μείνουμε νηστικοί, θα χάσουμε λίγο βάρος, αλλά μέχρι εκεί. Σε λίγο, είτε το βάρος θα επανέλθει, είτε δεν θα συνεχίσουμε να χάνουμε κιλά, παρότι συνεχίζουμε ευλαβικά τη δίαιτα. Καμία επιστημονική μελέτη μέχρι σήμερα δεν έχει δείξει ότι οποιαδήποτε δίαιτα από μόνη της μπορεί να πετύχει μόνιμα αποτελέσματα. Καμία από τις δημοφιλέστερες δίαιτες, όπως η κετογονική, Atkins ή Dukan δεν έδειξε αποτελέσματα όταν υποβλήθηκαν σε επιστημονικές μελέτες. Καμιά δίαιτα δεν αλλάζει το μεταβολισμό, όπως πιστεύει πολύς κόσμος. Το μόνο που πραγματικά συμβαίνει είναι ότι με την ελάττωση των θερμίδων ο οργανισμός ελαττώνει το μεταβολισμό του και καίει λιγότερες θερμίδες.

Έχει ξεπεραστεί, εδώ και πολλά χρόνια, η θεωρία του “τρώμε παραπάνω και παχαίνουμε”. Η παχυσαρκία δεν οφείλεται στην υπερκατανάλωση παχυντικών τροφών και έλλειψη πειθαρχίας στο περιορισμό της ποσότητας τροφής. Το σώμα μας έχει πάρα πολλούς μηχανισμούς για να διατηρεί το βάρος του σταθερό. Μόνο κάποια διαταραχή μπορεί να οδηγήσει σε αύξηση βάρους και δυσκολία απώλειας.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι πειράματα που κάνουμε σε ποντίκια. Όταν τα ταΐζουμε με τροφή υψηλής περιεκτικότητας σε λίπος, παίρνουν βάρος και γίνονται παχύσαρκα. Ωστόσο, κάποια παίρνουν παραπάνω βάρος από άλλα, και κάποια λίγα παίρνουν πολύ λίγο ή καθόλου βάρος, παρότι όλα είναι γενετικά παρόμοια.

Κάτω από φυσιολογικές συνθήκες, ο ανθρώπινος οργανισμός αυτορυθμίζεται, έχει δηλαδή έναν ομοιοστατικό μηχανισμό που ρυθμίζει την ενεργειακή του ισορροπία και το σωματικό του βάρος, όπως ο θερμοστάτης του καλοριφέρ. Όταν πάρουμε αρκετή τροφή αισθανόμαστε κορεσμό και όταν χρειαζόμαστε τροφή πεινάμε. Υπάρχει δηλαδή ένας μηχανισμός που καθορίζει ακριβώς πόσο πρέπει να φάμε. Πρωταγωνιστικό ρόλο σε αυτόν τον ελεγκτικό μηχανισμό διαδραματίζει ο υποθάλαμος που αποτελεί το κέντρο του νεύρο-ενδοκρινικού συστήματος. Ο εγκέφαλος όμως ελέγχει το ενεργειακό ισοζύγιο παίρνοντας πληροφορίες από όλο το σώμα και στέλνοντας στον υποθάλαμο εντολές για να ρυθμίσει την πρόσληψη τροφής και την κατανάλωση ενέργειας.

Ο εγκέφαλος παίρνει βασικές πληροφορίες από τα επίπεδα των ορμονών που κυκλοφορούν στο αίμα όπως η λεπτίνη, η ινσουλίνη, η αντιπονεκτίνη και η γκρελίνη, από τα επίπεδα των θρεπτικών συστατικών όπως γλυκόζη και ελεύθερα λιπαρά οξέα και από νευρικά ερεθίσματα από το γαστρεντερικό σύστημα. Στη συνέχεια, ο εγκέφαλος δίνει τις κατάλληλες εντολές στον υποθάλαμο για να ρυθμίσει τη κατανάλωση τροφής και ενέργειας µε απώτερο στόχο τη διατήρηση του βάρους.

Οποιαδήποτε διαταραχή στο σύστημα πληροφόρησης του εγκεφάλου, οδηγεί σε λάθος οδηγίες προς τον υποθάλαμο. Αν για παράδειγμα έχουμε υπερέκκριση ινσουλίνης, το σάκχαρο αίματος πέφτει χαμηλότερα από ότι θα έπρεπε, με αποτέλεσμα ο εγκέφαλος να ενεργοποιεί το κέντρο πρόσληψης τροφής του υποθαλάμου, το αίσθημα της πείνας και την ελάττωση της καύσης θερμίδων για τη παραγωγή ενέργειας. Το ίδιο μπορεί να συμβαίνει αν έχουμε αντίσταση στη λεπτίνη, οπότε ο εγκέφαλος νομίζει ότι έχουν ελαττωθεί τα αποθέματα λίπους στο σώμα. Υπερέκκριση γκρελίνης οδηγεί στο ίδιο αποτέλεσμα.

Ψυχολογικοί παράγοντες, όπως το στρες και η κατάθλιψη, διαταράσσουν αντίστοιχα το σύστημα πληροφόρησης του εγκεφάλου. Προκαλούν υπερέκκριση των ορμονών του στρες, κορτιζόλης και αδρεναλίνης από τα επινεφρίδια, με αποτέλεσμα απορρύθμιση των ορμονών που ρυθμίζουν τελικά την όρεξη.

Γονιδιακές μελέτες έχουν ταυτοποιήσει πάνω από 400 γονίδια που παρεμβαίνουν στον ομοιοστατικό μηχανισμό εγκεφάλου-υποθαλάμου και μπορούν να προκαλέσουν προδιάθεση για αύξηση βάρους. Πολλά από αυτά τα γονίδια φαίνεται να επηρεάζουν το νεύρο-ενδοκρινικό σύστημα του εγκεφάλου, που ελέγχει τη ρύθμιση της όρεξης, με αποτέλεσμα αυτά τα γονίδια να αλλάζουν τη διατροφική συμπεριφορά του ανθρώπου.

Ορμονικές διαταραχές της υπόφυσης, του θυρεοειδούς, των επινεφριδίων και των ωοθηκών απορρυθμίζουν επίσης τα επίπεδα κορτιζόλης, ινσουλίνης, λεπτίνης και το μεταβολισμό, οπότε απορρυθμίζεται πάλι ο ομοιοστατικός μηχανισμός. Το ίδιο συμβαίνει και με διαταραχές του σακχάρου, λιπαρών οξέων, ηλεκτρολυτών και διαφόρων ουσιών υπεύθυνων για την αποδόμηση των υδατανθράκων, των λιπών και των αμινοξέων που προσλαμβάνονται με τη διατροφή. Αντίστοιχα στο έντερο, υπερπαραγωγή σε λιποπολυσακχαρίτες και υπερανάπτυξη βακτηριδίων επηρεάζουν τον τρόπο πέψης διαφορών τροφών με αποτέλεσμα να επηρεάζουν το βάρος.

Η παχυσαρκία δεν είναι επιλογή, είναι ένα πολύπλοκο ιατρικό πρόβλημα που οι περισσότεροι ειδικοί αναγνωρίζουν τώρα ότι έχει πολλές αιτίες και δεν είναι νόσος υπερβολικής κατανάλωσης θερμίδων. Προκαλείται από βιολογικούς, γενετικούς και ψυχολογικούς παράγοντες, μαζί με περιβαλλοντικές και κοινωνικές επιρροές.

Προσεκτική ενδοκρινολογική αξιολόγηση των γενετικών, βιολογικών και ψυχολογικών διαταραχών, με σύγχρονες εργαστηριακές τεχνικές, θα οδηγήσει σε ακριβή διάγνωση και επιτυχή θεραπεία. Παράλληλα, ο προσδιορισμός του συγκεκριμένου προβλήματος σε κάθε άτομο, θα καθορίσει αν απαιτείται ή όχι φαρμακευτική αγωγή, και το σχεδιασμό εξατομικευμένου διαιτολογίου μακριά από στέρηση θερμίδων.